Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Επί ξυρού ακμής*, με το κεφάλι ψηλά

http://www.biblionet.gr/images/covers/b144727.jpg 
... Φτάνει πότε πότε μια στιγμή που πνίγεται η φωνή τους. Φουσκώνει το στήθος τους, ήθελαν να βγάλουν ένα αναστεναγμό - μα όχι. Και δεν χρειάζονταν ν' ανταλλάξουν σκέψεις, ώσπου να καταλαγιάσει η ψυχική τρικυμία. Σκεπασμένοι με τις βασανισμένες χλαίνες τους, αρχίζουν τον εσωτερικό μονόλογο. Ξεπετιόνταν από τις βαθιές φωλιές της ψυχής τους τα θέματα της ζωής και του χρέους. Έμπαιναν σε ενέργεια, χωρίς δύναμη ανταπόκρισης, βασικές πνευματικές και ψυχικές λειτουργίες τους, που βρίσκονταν σε σχετική άδεια. Και ξαναεπέστρεφαν σαν μαύρα πουλιά, χωρίς ένα δελτίο πληροφοριών στο ράμφος τους.
Κακό όνειρο είναι τούτη η πραγματικότητα, έψαχναν να βρούνε τον αρμόδιο ν' απολογηθούν. Ήθελαν να τον βεβαιώσουν πως έπρεπε να είναι νεκροί. Και τι έφταιγαν που είναι ακόμα ζωντανοί; Αλλά δεν ξέρει κανένας τι τους περιμένει στο αύριο. Κάποιοι συνειρμοί ξέκοβαν από μακριά να τους συμβουλέψουν ότι δεν πρέπει να ερευνούμε τόσο κεφαλαιώδεις αιτίες. Γι αυτές μόνο η καθοδήγηση γνωρίζει! Με μια υποψία χλαίνης για σκέπασμα πάνε κι έρχονται σκέψεις και σκέψεις που δεν τολμούν να τις εκμυστηρευτούν ούτε στον άφωνο έλατο που τους προστατεύει. Δεν ήταν η αποψινή μα και η κάθε νύχτα που λογοδοτούσαν σε κάποιο αόρατο δικαστή.

http://www.politikokafeneio.com/dse/Meros59_Photo2_small.jpg
... Επί ξυρού ακμής, μετά από τόσες ιδέες και όνειρα, θυσίες, που περιμένουν τη δικαίωσή τους. Αγώνες για μια Ελλάδα δημοκρατική και ανεξάρτητη, που παραμέρισε η αγγλο-αμερικάνικη επέμβαση μια και δυο φορές.
Επί ξυρού ακμής, τώρα. Αν κι έγινε σκληρό κι ανθεκτικό το τομάρι μας, θα δοκιμαστεί η αντοχή μας στις καινούργιες μεθόδους τυραννίας. Θα περάσουμε κάτω από καυδιανά δίκρανα.
Επί ξυρού ακμής, με το κεφάλι ψηλά.
Βασίλης Αποστολόπουλος
Βιβλιόραμα, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, 2009


http://www.agiasofia.com/thisdayofyear/communist_rebels1949.jpg
Ο Βασίλης Αποστολόπουλος (1917-2003) γεννήθηκε στο Νεοχώρι Τυμφρηστού του νομού Φθιώτιδας. Σπούδασε στο Διδασκαλείο Λαμίας και υπηρέτησε προπολεμικά ως δάσκαλος στο Δερμάτι Ευρυτανίας. Πήρε μέρος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και στη συνέχεια, στα χρόνια της Αντίστασης, πολέμησε από τις γραμμές του ΕΛΑΣ. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, εντάχθηκε στον ΔΣΕ, στη ΙΙ Μεραρχία του θρυλικού Διαμαντή. Συνελήφθη τον Νοέμβριο του 1949 στο Νεχώρι, βασανίστηκε και φυλακίστηκε. Αποφυλακίστηκε το 1953, με τα μέτρα αμνηστίας, και επανήλθε στα διδασκαλικά του καθήκοντα στον Πτελεό Μαγνησίας.Παντρεύτηκε την Ελένη Παπαγιαννίτση, στον Αλμυρό Μαγνησίας.
Μέχρι το τέλος της ζωής του μετείχε ενεργά στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες, από τις γραμμές της ΕΔΑ, του ΚΚΕ εσωτερικού, της ΕΑΡ και του Συνασπισμού. Συνεχής επίσης υπήρξε η δράση και η παρέμβασή του στη εκπαιδευτική κοινότητα.
Είχε πλούσιο συγγραφικό έργο. Ανάμεσα στα έργα του περιλαμβάνονται οι ποιητικές συλλογές "Σήμερα" (1975) και "Προσκομιδή", καθώς και η μαρτυρία "Το χρονικό μιας εποποιίας: ο ΔΣΕ στη Ρούμελη" (1995). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος του Ομίλου Φθιωτών Λογοτεχνών και Συγγραφέων και έγραφε τακτικά στον τοπικό Τύπο.
Πέθανε στις 28 Ιανουαρίου 2003.
 http://www.politikokafeneio.com/dse/Meros72_Photo2_small.jpg
Οι άνθρωποι, ντόπιοι, άντρες και γυναίκες, οπλισμένοι και άοπλοι, κουρασμένοι και συνήθως πεινασμένοι, βαλλόμενοι και βάλλοντες, άνθρωποι της ορεινής οικονομίας, διαστρωματωμένοι πνευματικά και κοινωνικά, ο αφηγητής δάσκαλος, δηλαδή  διανοούμενος. Γνωρίζουν το χώρο ή ένα κομμάτι του, κυρίως μπορούν να τον αναγνωρίζουν, να πιάνουν τον ντορό του εχθρού στο χώμα, να αφουγκράζουνται τις φωνές ή το βάδισμά του, να διακρίνουν τις αδιόρατες φωτιές του, τους ανεπαίσθητους θορύβους του. Ο εχθρός είναι ο Εθνικός Στρατός, έχει την υπεροπλία, ενεργεί με σχέδιο, μοιάζει ενιαίος αλλά δεν είναι: συγκαταλέγονται σ’ αυτόν παλιοί συναγωνιστές, όχι χωρίς αντιφατικές συμπεριφορές· είναι χορτάτος αλλά λεηλατεί, σκοτώνει, αλλά τηρώντας τη στρατιωτική δεοντολογία μπορεί και να διασώζει· δίπλα του οι Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου, ντόπιοι και αδυσώπητοι. Μ’ αυτούς πολέμησε κι από αυτούς προσπάθησε να ξεφύγει ο Βασίλης Αποστολόπουλος, με πλείστους άλλους συντοπίτες· ο ίδιος, καθώς και άλλοι, δεν ήταν άγνωστος στα μέρη· ήταν ο δάσκαλος.
Το χώρο δεν τον κάνει άφιλο μόνο η φυσική του τραχύτητα, με τις λίγες ανάπαυλες που δίνει το δάσος, ούτε μόνο η άγρυπνη επιθετική παρουσία του εχθρού, αλλά και η ερήμωσή των οικισμών: ξεσπιτωμένοι αναγκαστικά οι κάτοικοι αφήνουν τα ενδιαιτήματά τους αδειανά με λεηλατημένο ό,τι τυχόν είχε απομείνει· κάποια παρηγοριά τα οπωροφόρα ή απομεινάρια από κρεμμυδόφλουδες, άλλοτε ένας σκαντζόχοιρος ή λιγοστά ειδίσματα απιθωμένα στους κρυψώνες. Σ’ αυτόν τον χώρο, που για να τον αιστανθεί κανείς δεν αρκούν άλλες περιγραφές καμωμένες πριν από τον απανθρωπισμό του, αλλά η κατανοητική, αν όχι συμμετοχική, ανάγνωση του Χρονικού μιας εποποιίας και του Επί ξυρού ακμής, σ’ αυτόν τον χώρο λοιπόν πεζοδρομεί ο Βασίλης Αποστολόπουλος από τις 6 Ιουνίου 1949 ως τη στιγμή της σύλληψής του, στις 3 Νοέμβρη του ίδιου χρόνου: μοναχός από την ώρα που αποκόβεται από το σώμα του, με λιγοστούς συντρόφους, ή και πάλι μόνος κατόπιν· πεζοδρομεί «λουφάζοντας», ανιχνεύοντας, καταστρώνοντας σχέδια διαφυγής και εντυπώνοντας στο νου και στην ψύχη του χρώματα, δροσιές, ζέστες και πάθη του σώματος. Γιατί το σώμα ως έμπνοο και σκεπτόμενο όργανο είναι ο πρωταγωνιστής της αφήγησής του.
Ο Αποστολόπουλος πολέμησε στην Αλβανία, κατόπιν στην Αντίσταση και στον Εμφύλιο Πόλεμο· ο πατέρας του ήταν τραυματίας του Βαλκανικού Πολέμου, «αδικημένος», όπως τον θεωρεί: ο ίδιος αισθάνεται συνειδητά ότι πρόκειται για μια συνέχεια οικογενειακή πού, νομίζω, θα της έδινε μεγαλύτερο χρονικό και νοηματικό βάθος, αν τύχαινε να γνωρίζει έναν πρόγονο που είχε πάρει μέρος στην επανάσταση του ‘21· συνέχεια οικογενειακή που ενοφθαλμίζεται σε μια γενικότερη συνέχει εθνική και πατριωτική, ίσως λαϊκή για τη δική του εννοιολόγηση, συνέχεια ανασηματοδοτούμενη αλλά με σταθερό πρώτο «κινούν»: με δύο λόγια εκφράζει την εαμική ιδεολογία, όπως την προσλαμβάνουν οι άνθρωποι της Αντίστασης, υποδηλώνοντας συγχρόνως τις πάγιες δεκτικότητες μιας συλλογικότητας πολύμορφης και συνάμα ετερόμορφης που σημάνθηκε ως «λαός»· τις πάγιες αλλά διαφοροποιούμενες δεκτικότητες, που γι’ αυτόν και τους ομολόγους του διαφοροποίηση σήμαινε σοσιαλισμός. Μολονότι το ξέρει, δεν μας λέγει ότι αυτός ο σοσιαλισμός ήταν το αναγκαίο προστάδιο του κομμουνισμού: γιατί η φιλοσοφία της Ιστορίας, αν εμφιλοχωρεί, σχεδόν αδιόρατα, στην αφήγησή του, δεν είναι ο σκοπός της αφήγησης αυτής, αφήγησής συμβάντων με υποκείμενο το σώμα και τα πάθη του σε μια «φυσικοποιούσα» φύση (που το ένα και η άλλη θεμελιώνουν τη «λογοτεχνική» αξία των γραφτών του).
Η πεποίθηση ότι ο αγώνας, στον οποίο μετείχαν ο Βασίλης Αποστολόπουλος και τόσοι άλλοι, ων ουκ έστι αριθμός, ανήκει στη «λογική» της Ιστορίας έχει ως συνακόλουθο του την ηθική του δικαίωση: γι’ αυτό, όπως και άλλοι, μιλά για έντιμο συμβιβασμό ή για έντιμο θάνατο: είναι μια πολυαίωνη επιθυμία των ηττημένων που πίστευαν ότι πρέπει να σεβόμαστε τις αξίες, όσες και όπως τις είχαν  ενσαρκώσει ο φορείς τους, τόσο όμοιοι και τόσο διαφορετικοί μέσα στην πολυσήμαντη διαδρομή της Ιστορίας – να μην πατάς το μνημούρι του ομοθυμία δεν ήθελαν να τελειώσουν μια ζωή που τους καταξίωνε μια ζωή που τους καταξίωνε με τον ευτελισμό και την ύβρη.
Συγκαταλέγουμε το Επί Ξυρού ακμής στις «Μαρτυρίες», στη σειρά που σκέφτηκε και έθεσε σε εφαρμογή ο Άγγελος Ελεφάντης και τη συνεχίζει ο Στρατής Μπουρνάζος, με την εύψυχη στήριξη του Μανώλη Σαββίδη: οι μαρτυρίες αυτές διασώζουν γεγονότα που ορισμένα τους διαφεύγουν από άλλου τύπου καταγραφές, διασώζουν επίσης τη «βίωση» των γεγονότων: στο συνδυασμό της διπλής σηματοδότησής των μαρτυριών νομίζω ότι σκόπευε ο ιδρυτής της σειράς. Ο για λίγο καιρό δάσκαλος του Άγγελου Ελεφάντη στο Δημοτικό Βασίλης Αποστολόπουλος καταθέτει και προς τις κατευθύνσεις, μολονότι στο πραγματολογικό πεδίο έχουν προέχουσα – αλλά για τον μη βιαστικό αναγνώστη ή χρήστη, παραπληρωματική-θέση τα συμβάντα, διηθημένα, ίσως, ως προς τους εκφραστικούς, όχι εννοιολογικούς, τρόπους από τη μεταγενέστερη στιγμή όπου αρθρώνει την αφηγησή του-πράγμα που δεν ισχύει για την Εποποιία. Αυτή τη μεταγενέστερη αφήγηση οφείλουμε να τη διαβάσουμε με ανοιχτή καρδιά και δημιουργική κατανόηση: με ανοιχτή καρδιά, δηλαδή έξω από τις δουλείες της χρονικότητας που διέπουν τις αισθητικές προτιμήσεις. Με δημιουργική κατανόηση, δηλαδή με αποτίμηση του γιατί το «τώρα» δεν αποδιαρθρώνει την αφήγηση του «τότε», αλλιώς αποδίδοντας μιας λογής δικαιοσύνη στην ανάγκη του Βασίλη Αποστολόπουλου να καταθέσει τη μαρτυρία το για τα πάθη της ψυχής και σώματός του και να ρίξει ένα τρισάγιο στους «μετανοημένους» συναγωνιστές του που τον συνέβαλαν κλαίοντας, αλλά εμπόδισαν το θάνατό του, το θάνατο ενός «οργανικού» διανοουμένου της βουνίσιας Ρούμελης.
Σπύρος Ι. Ασδραχάς
Από τον πρόλογο του βιβλίου


http://www.evrytan.gr/images/makrakomi_1948.jpg

Το ανθώπινο σώμα, ως αφύσικο, ως νόμω οντότητα, είναι η μόνη φύση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, σε αντίθεση με τα άλλα έμβια όντα, δεν αυτοσυντηρείται μόνο, αλλά και επαναστατεί και ερωτεύεται και αυτοκτονεί, δηλαδή διατρέχει εκούσια τον κίνδυνο του θανάτου. Γι αυτό η επαναστατική δραστηριότητα είναι βιολογικά παράλογη, έρχεται σε αντίθεση προς το άμεσο συμφέρον του ατόμου, αφού περιέχει τον κίνδυνο του θανάτου, γράφει ο Φαρακλας ο μικρός, ο Γιώργος.
Η επανάσταση, λοιπόν, ως δραστηριότητα αλλαγής της νόμω οντότητας του ανθρώπου, εξανθρωπίζει. Αλλά δεν είναι φυσική δραστηριότητα, όπως η αναπαραγωγή και η αυτοσυντήρηση....
http://archive.enet.gr/online/dspphoto?id=222741
...Όπλα δεν είχαν πολλά ούτε καλά. Το καλύτερό τους ήταν η αέναη κίνηση και ο αιφνιδιασμός: η αντάρτικη τακτική που συμπυκνώνεται στο σύνθημα "πεδίο βολής και λακίσεως". Και το ακόμη καλύτερο: η ανήκουστη σωματική αντοχή, η αντοχή δηλαδή στην πίστη για το δίκιο τους. Αλλά, αντί για συμβιβασμό και κατευνασμό, πέτυχαν το αντίθετο: να διαλυθούν, να εξοντοθούν. Τα υπολείματά τους, μετά τον Γράμμο, τον Αύγουστο του 1949, θα γνωρίσουν το πικρό ψωμί της Τασκένδης, όμηροι πια, χρόνια σχεδόν τριάντα. Κι άλλοι μισοί στα σίδερα.
Πρέπει να πάει κανείς μακριά πίσω στο χρόνο, για να βρει παρόμοια αναλγησία νικητών.
Άγγελος Ελεφάντης
"Έναν αξιοπρεπή θάνατο. τίποτε άλλο" 
πρωτοδημοσιεύτηκε στον "Πολίτη" τχ 20, 5-4-1996


"Ήθελα να κλάψω, αλλά δεν μπορούσα. Δεν μας ένοιαζε ο θάνατος, αλλά η διαπόμπευση. Τι θέλαμε; έναν αξιοπρεπή θάνατο. τίποτε άλλο"
Βασίλης Αποστολόπουλος
Το χρονικό μιας εποποιίας
Ο ΔΣΕ στη Ρούμελη
Σύγχρονη Εποχή, 1995 

* ἐπί ξυροῦ (ἵσταται) ἀκμῆς (Ιλιάδα Κ 173)

εἰσὶν μέν μοι παῖδες ἀμύμονες, εἰσὶ δὲ λαοὶ
καὶ πολέες, τῶν κέν τις ἐποιχόμενος καλέσειεν·
ἀλλὰ μάλα μεγάλη χρειὼ βεβίηκεν Ἀχαιούς.
νῦν γὰρ δὴ πάντεσσιν ἐπὶ ξυροῦ ἵσταται ἀκμῆς
ἢ μάλα λυγρὸς ὄλεθρος Ἀχαιοῖς ἠὲ βιῶναι.
Ομηρική φράση, ειπώθηκε από το Νέστορα στο Διομήδη στην προσπάθειά του να τον ξεσηκώσει για πόλεμο εναντίον των Τρώων.